Πλησιάζοντας, εντυπωσιάζεσαι από τον πέτρινο όγκο που υψώνεται με θράσος μέσα από τη θάλασσα, σαν κάκτος που φυτρώνει μέσα στο νερό. Αγριεμένα κύματα γδέρνονται, πέφτοντας με ορμή στα κοφτερά βράχια, ενώ οι γλάροι παρακολουθούν τον συναγωνισμό, κυκλώνοντας τις απόκρημνες ακτές.
Και έπειτα, το καραβάκι στρίβει και αντικρίζεις τον οικισμό από μακριά, τα γκρεμισμένα σπίτια, τις λευκές κολώνες, τους όρθιους ακόμα πέτρινους τοίχους, που αντιστέκονται σθεναρά στον χρόνο και στον αέρα.
Τα πόδια σου δε σε κρατούν πλέον στο κατάστρωμα. Αρπάζεις την τσάντα σου και σηκώνεσαι για να δεις καλύτερα, για να πλησιάσεις τη σκάλα και να βρεθείς το γρηγορότερο πάνω στο Ιερό νησί.
Κατεβαίνεις. Οι υπεύθυνοι της υποδοχής ευγενικοί και χαμογελαστοί. Περνάς την πόρτα της εισόδου και αρχίζεις την περιήγηση με τον χάρτη. Ο ήλιος σε υποδέχεται ζεστά, νιώθεις να μπαίνεις σε μια γυάλα γεμάτη φως! Ο αέρας σε χαϊδεύει τρυφερά, θαρρείς και σου ψιθυρίζει μυστικά, σαν να θέλει να σε παρασύρει, να κουτρουβαλήσεις και συ μαζί του, αεροπατώντας πίσω στους αιώνες και σε άλλες εποχές… Το βλέμμα σου ψηλώνει για να αντικρίσει τον ουρανό, πνιγμένο στο γαλάζιο.
Όπου και να στραφεί η ματιά βλέπει μια σεμνή πολυτέλεια, την ομορφιά να θριαμβεύει και τη φύση να ζώνει τα ανθρώπινα κατορθώματα με αποδοχή. Πολύχρωμα, εξεζητημένα μωσαϊκά, μαρμάρινα σκαλίσματα, καλοδουλεμένες τοιχοδομές και ολοζώντανες τοιχογραφίες κοσμούν την κάθε γωνιά και δεν μπορείς να αποφασίσεις πού να στρέψεις πρώτα τον φακό της φωτογραφικής σου μηχανής και υπό ποια γωνία!
Φαντάζεσαι πως χτυπάς την πόρτα ενός σπιτιού και ο θυρωρός σου ανοίγει, βγαίνοντας από το δωματιάκι του, στα δεξιά. Αριστερά προσπερνάς την κουζίνα και εισέρχεσαι στην κεντρική, περίστυλη αυλή και τότε θαμπώνεσαι, αντικρίζοντας το μωσαϊκό, και αναρωτιέσαι αν φταίει το ταλέντο του άγνωστου τεχνίτη ή ο ήλιος που αντανακλά το φως του στα λευκά βότσαλα… Τι θα έλεγε τώρα ο ανώνυμος δουλευτής, αν αντίκριζε μαζί σου ξανά το έργο του, αιώνες μετά; Και στο βάθος ο ευρύχωρος αντρώνας και τα δωμάτια των αντρών, μικρά αυτά, για να ζεσταίνονται εύκολα τον Χειμώνα. Τα δωμάτια του πάνω ορόφου μάλλον σου είναι απροσπέλαστα, ανήκουν στις γυναίκες και στα παιδιά, αν και εκείνη η πέτρινη σκάλα στη γωνία σε προκαλεί να την σκαρφαλώσεις, για να θαυμάσεις τη θέα από ψηλά.
Εισέρχεσαι στους Ναούς από τις πόρτες, πατώντας στα μαρμάρινα κεφαλόσκαλα, προσπαθείς να φανταστείς τις πεσμένες κολώνες να θριαμβεύουν όρθιες, τα αγάλματα με τα χάλκινα στολίδια τους να αγναντεύουν τον αφρό της θάλασσας περήφανα.
Ένας Απόλλωνας εκεί, μία Άρτεμις πιο πέρα, ένα λιοντάρι με το στόμα ανοικτό, να γεύεται τη γεύση του ανέμου για πάντα, στους αιώνες! Το θέατρο, αν και σκοροφαγωμένο, μαχαιρωμένο και πληγωμένο, σου φέρνει στο νου την Ιφιγένεια και τον Οιδίποδα και την Αντιγόνη και και και… Το στάδιο δίπλα στο κύμα, χορταριασμένο πλέον, αλλά με τις κερκίδες του έτοιμες να υποδεχτούν και πάλι θεατές, σε προσκαλεί να το τρέξεις από άκρη σ’ άκρη.
Το Μουσείο, μία στάλα δροσιάς κάτω από το Φως, οργανωμένο, με όλα τα εκθέματα να συναγωνίζονται σε ομορφιά τα διπλανά τους. Απολαμβάνεις τη λεπτομέρεια, το χρώμα, τις απλές γραμμές που σχεδιάζουν κάτι πολύπλοκο, την ηρεμία των προτομών, τη σκληρότητα των Κούρων, τα απλά, αλλά επιτηδευμένα αντικείμενα καθημερινής χρήσης, τα κεραμικά, τα αγγεία. Διαβάζεις τις επιγραφές, τις επιτύμβιες στήλες, τα χαραγμένα ονόματα στην πέτρα και ζωγραφίζεις στο μυαλό σου τους ανθρώπους πίσω από τις γραμμές, τα πρόσωπά τους, χαμένα πλέον στη συλλογική μνήμη.
Φτάνεις στην κορφή και το βλέμμα πλανιέται στα γύρω νησιά, στους συνοδούς αυτής της νησίδας, που χορεύουν γύρω της, την κυκλώνουν ζηλόφθονα, χωρίς ποτέ όμως να μπορούν να αρπάξουν τη περίοπτη θέση της πάνω στη Γη.
Αγκάθια, σαύρες, αγριολούλουδα, πέτρες και πάλι πέτρες, μάρμαρα, καμάρες, σπασμένοι αμφορείς, κατεστραμμένοι φούρνοι, κρήνες γεμάτες ακόμα νερό, πηγάδια που βυθίζονται στα έγκατα της γης, αγάλματα δίχως άκρα και δίχως κεφάλια, μνήμες αιώνων, ήχοι που υπάρχουν ακόμα στο σφύριγμα του ανέμου, φωνές χαράς και πανικού, εικόνες αμετανόητα ίδιες στο πέρασμα του χρόνου..
Δήλος: ένας βράχος όλο φως! Ένας κόκκος χρυσού…
Χουρίδου Θ. Ευτέρπη
Μύκονος, 12.6.2014
ΠΗΓΗ
from The Secret Real Truth http://ift.tt/1COplgC
via IFTTT
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου